δάσος Στροφυλιάς

Σε κείνο το μέρος τα πεύκα είναι ομπρέλες προστάτες σπάνιας, μοναδικής ζωής και τους αρέσει η άμμος

Τα σύννεφα φυλακίζονται σε νερό φυλακή παλιών ποταμών λες και θέλουν να μείνουν

Η Γη γουργουρίζει ασταμάτητα και κινείται ρυθμικά

Και η Θάλασσα εκεί δίπλα ελέγχει την ισορροπία και δίνει τον ρυθμό

νερό μάνα

Από μια τρύπα όση μια αγκαλιά, στο βάθος ενός από τα πιο παράξενα φαράγγια του κόσμου, πηγάζει ο Βοϊδομάτης

μικρός, ατίθασος, κρυσταλλένιος ποταμός
νευρικός και παγωμένος κόβει στη μέση βουνά, ενώνει ανθρώπους, θρέφει τη γη και όσα πλάσματα ζουν κοντά του

βασανίζει και βασανίζεται
σκοτώνει και ανασταίνει την ίδια στιγμή
αλλάζει σχήμα και αλλάζει την πλάση μέσα σε μια νύχτα βροχής

ο πιο καθαρός, ο πιο παγωμένος μικρός ποταμός
νερό μάνα σημαίνει το όνομά του
έκανε δώρο ο θεός στην Ήπειρο ένα διαμαντάκι ζωής απ αυτά που λαμπυρίζουν στον ήλιο σαν στολίδια

μέσα σε λίγα λεπτά

Εκείνη η βροχή έμοιαζε σα να μην ήταν και πολύ σίγουρη αν ήθελε να πέφτει ή όχι

Έλεγε.. είμαι περαστική και μισοέβρεχε παιχνιδιάρικα
Βαριεστημένα κυλούσε απαλά μαζί με τα σύννεφα

Αποτραβήχτηκε με χάρη αφήνοντας τη λίμνη ξέπνοη σαν μετά από έρωτα άγριο

Και φως ζωής ένα ουράνιο τόξο που γεννήθηκε και πέθανε μπροστά στα μάτια όλων μέσα σε λίγα λεπτά
Σαν δώρο από τον Θεό για τους τυχερούς που κοιτούσαν ψηλά

ζήρεια

Κάποτε, τα χρόνια τα μαγικά, ο θεός Πάνας ερωτεύτηκε την ίδια γυναίκα με τον Βοριά..
Η μικροκαμωμένη νύμφη Πιτυς έκλεψε τις καρδιές και των δύο κι όταν της είπαν να διαλέξει εκείνη έμεινε σιωπηλή για μέρες ψάχνοντας ποιον θα ήταν πιο εύκολο να αποχωριστεί.

Διάλεξε να μείνει με τον Πάνα, τον γιο του Ερμή, τον θεό τέρας με τις πιο παράξενες ιστορίες φορτωμένες πάνω του.
Τρελάθηκε ο Βοριάς, θέριεψε το μίσος μέσα του, φύσηξε τόσο δυνατά που σειόταν το βουνό
Μούγκριζε μανιασμένα, ήχοι παρανοϊκοί ξεκούφαναν όλα τα πλάσματα
Επιτέθηκε στην όμορφη νύμφη και την έριξε από ένα βράχο στο κενό να τσακιστεί, να μην υπάρχει πουθενά και για κανέναν

Η Γαία την έπιασε στον αέρα και την έχωσε γρήγορα γρήγορα μέσα σ ένα πεύκο να την σώσει
Εκεί ζει από τότε, μέσα στο πεύκο βολεύτηκε και θρέφει το δέντρο με τα πιο δυνατά αισθήματα
Του μιλά για ανεκπλήρωτους έρωτες, για ζήλια τρελή, για εκδίκηση που σκοτώνει
Κι εκείνο θρηνεί όποτε φυσά Βοριάς

Κι ένας ουρανός ψηλά να σε κοιτά και να λέει πως μόνο έτσι θα μπορούσε να είναι..
Πίστα χορού για τα πιο αέρινα σύννεφα
Ταξιδιάρικος, γεμάτος υποσχέσεις σκεπάζει κείνο το βουνό που ακόμα ζουν οι μύθοι

τη σωστή στιγμή

μικρό, ατίθασο βουνό κομένο φέτες από νερά που τρέχουν μέσα του, απ έξω του, από πάνω του, παντού
ήρεμο τοπίο άγριας ομορφιάς

γαλήνη κι αντάρα
το φθινόπωρο μένει εκεί για λίγο
κάποιες φορές βρίσκεσαι σ έναν τόπο και ξέρεις πως είναι ο σωστός
τη σωστή στιγμή

η θέα

κι εκεί που νόμιζες πως τα έχεις δει όλα

σκύβεις λίγο κι άλλος ένας κόσμος βρίσκεται κάτω απ την μύτη σου
τεράστιος, μαγικός
ανασαίνει νερό κ γεννάει ζωή
συνέχεια

στα χαμηλά είναι η θέα
πού κοιτάς?

βελανιδιές

Το δάσος της βελανιδιάς είναι ιερό
Μικρές, νεραϊδένιες ψυχές ζουν μέσα στις πιο ψηλές και γέρικες βελανιδιές
Φυλάνε το δάσος, τα πλάσματά του και κουβεντιάζουν με τους θεούς του λόγια τρυφερά

Το αγαπημένο του Δία
Ξεκουραζόταν για μέρες στις ρίζες των θεόρατων δέντρων και έπαιζε δείχνοντας το παιχνίδι με τους κεραυνούς στα πνεύματά του δάσους κάνοντάς τα να τρέμουν από φόβο

Θροϊζουν τα φύλλα τους απαλά με το πιο ελαφρύ φύσημα ή και χωρίς αυτό και τότε χρησμοί ξεκουφαίνουν τους πιο ευαίσθητους, αυτούς που θέλουν όσο τίποτε να ακούσουν

Τρέφουν ένα σωρό κόσμους εδώ και χιλιάδες χρόνια
Μικρά, θαυματουργά στολίδια προσφέρονται απλόχερα όπως μόνο η φύση ξέρει να δίνει

Να πεινά και να μην χορταίνει ποτέ είναι η κατάρα για όποιον την καταστρέψει κι αφήσει το πνεύμα του σοφού δέντρου άστεγο
Σκληρή τιμωρία στους ασυνείδητους, στους άψυχους

προς τα πάνω

Άλλο δάσος, άλλα δέντρα, άλλα πλάσματα, ίδια ομίχλη

γυαλίζουν όλα σαν ολοκαίνουρια
μικρά έργα τέχνης του δάσους απροσδιόριστα, παράξενα

θαύματα της φύσης
γενναίοι, παιχνιδιάρηδες κάτοικοι του βουνού
προκλητικά πολύχρωμες, μικροσκοπικές ζωές

πέθανε το δέντρο από βαθιά γηρατιά κι έμεινε το στόμα ανοιχτό να χάσκει κοχύλια

άλλο δάσος, ίδια ομίχλη