βελανιδιές

Το δάσος της βελανιδιάς είναι ιερό
Μικρές, νεραϊδένιες ψυχές ζουν μέσα στις πιο ψηλές και γέρικες βελανιδιές
Φυλάνε το δάσος, τα πλάσματά του και κουβεντιάζουν με τους θεούς του λόγια τρυφερά

Το αγαπημένο του Δία
Ξεκουραζόταν για μέρες στις ρίζες των θεόρατων δέντρων και έπαιζε δείχνοντας το παιχνίδι με τους κεραυνούς στα πνεύματά του δάσους κάνοντάς τα να τρέμουν από φόβο

Θροϊζουν τα φύλλα τους απαλά με το πιο ελαφρύ φύσημα ή και χωρίς αυτό και τότε χρησμοί ξεκουφαίνουν τους πιο ευαίσθητους, αυτούς που θέλουν όσο τίποτε να ακούσουν

Τρέφουν ένα σωρό κόσμους εδώ και χιλιάδες χρόνια
Μικρά, θαυματουργά στολίδια προσφέρονται απλόχερα όπως μόνο η φύση ξέρει να δίνει

Να πεινά και να μην χορταίνει ποτέ είναι η κατάρα για όποιον την καταστρέψει κι αφήσει το πνεύμα του σοφού δέντρου άστεγο
Σκληρή τιμωρία στους ασυνείδητους, στους άψυχους

προς τα πάνω

Άλλο δάσος, άλλα δέντρα, άλλα πλάσματα, ίδια ομίχλη

γυαλίζουν όλα σαν ολοκαίνουρια
μικρά έργα τέχνης του δάσους απροσδιόριστα, παράξενα

θαύματα της φύσης
γενναίοι, παιχνιδιάρηδες κάτοικοι του βουνού
προκλητικά πολύχρωμες, μικροσκοπικές ζωές

πέθανε το δέντρο από βαθιά γηρατιά κι έμεινε το στόμα ανοιχτό να χάσκει κοχύλια

άλλο δάσος, ίδια ομίχλη

βροχή

Την έκαιγε ο ήλιος ανελέητα για μέρες
Την ρούφηξε, φωτιά

Και ήρθε το φθινόπωρο να την σώσει
Έφερε την βροχή, τα σύννεφα, να της δώσει υπόσταση

Κατέβηκαν τα σύννεφα, πότιζε η βροχή απαλά σαν ευλογία
Έστεκε το δάσος ακίνητο και σιωπηλό, συγκεντρωμένο

Μια τέτοια σιωπή που και η ομίχλη στεκόταν ακίνητη ν ακούσει
Ήρθε ο μάγος με τα δώρα
Κάποιος να γεννηθεί, κάποιος να πεθάνει

ανατολή

δεν υπάρχει ελπίδα..
δεν υπάρχουν φωνές στα καμένα.. κλαψούρισε

όσο μιλούσε γεννιόταν Ήλιος λαμπερός, ολοκαίνουριος
έβγαλε την γλώσσα κοροϊδευτικά στη σιωπή και φούντωσαν τα χρώματα, τα τραγούδια της ψυχής

αγωγιάτης

νόμιζες είσαι μόνος, εσύ και ο Θεός
πως αν φωνάξεις θα σ ακούσει το δάσος μόνο

σχεδόν ξεχνάς πως έφτασες ως εδώ
ποιος χάραξε το μονοπάτι που το λες δικό σου

πιστοί βοηθοί του βουνού, ακούραστοι υπηρέτες
γενναίοι, πεισματάρηδες, δυνατοί όσο κανείς
εκεί που σταματά ο χρόνος και που μπορείς να πεις πως όλα είναι όπως παλιά