τη σωστή στιγμή

μικρό, ατίθασο βουνό κομένο φέτες από νερά που τρέχουν μέσα του, απ έξω του, από πάνω του, παντού
ήρεμο τοπίο άγριας ομορφιάς

γαλήνη κι αντάρα
το φθινόπωρο μένει εκεί για λίγο
κάποιες φορές βρίσκεσαι σ έναν τόπο και ξέρεις πως είναι ο σωστός
τη σωστή στιγμή

η θέα

κι εκεί που νόμιζες πως τα έχεις δει όλα

σκύβεις λίγο κι άλλος ένας κόσμος βρίσκεται κάτω απ την μύτη σου
τεράστιος, μαγικός
ανασαίνει νερό κ γεννάει ζωή
συνέχεια

στα χαμηλά είναι η θέα
πού κοιτάς?

βελανιδιές

Το δάσος της βελανιδιάς είναι ιερό
Μικρές, νεραϊδένιες ψυχές ζουν μέσα στις πιο ψηλές και γέρικες βελανιδιές
Φυλάνε το δάσος, τα πλάσματά του και κουβεντιάζουν με τους θεούς του λόγια τρυφερά

Το αγαπημένο του Δία
Ξεκουραζόταν για μέρες στις ρίζες των θεόρατων δέντρων και έπαιζε δείχνοντας το παιχνίδι με τους κεραυνούς στα πνεύματά του δάσους κάνοντάς τα να τρέμουν από φόβο

Θροϊζουν τα φύλλα τους απαλά με το πιο ελαφρύ φύσημα ή και χωρίς αυτό και τότε χρησμοί ξεκουφαίνουν τους πιο ευαίσθητους, αυτούς που θέλουν όσο τίποτε να ακούσουν

Τρέφουν ένα σωρό κόσμους εδώ και χιλιάδες χρόνια
Μικρά, θαυματουργά στολίδια προσφέρονται απλόχερα όπως μόνο η φύση ξέρει να δίνει

Να πεινά και να μην χορταίνει ποτέ είναι η κατάρα για όποιον την καταστρέψει κι αφήσει το πνεύμα του σοφού δέντρου άστεγο
Σκληρή τιμωρία στους ασυνείδητους, στους άψυχους

προς τα πάνω

Άλλο δάσος, άλλα δέντρα, άλλα πλάσματα, ίδια ομίχλη

γυαλίζουν όλα σαν ολοκαίνουρια
μικρά έργα τέχνης του δάσους απροσδιόριστα, παράξενα

θαύματα της φύσης
γενναίοι, παιχνιδιάρηδες κάτοικοι του βουνού
προκλητικά πολύχρωμες, μικροσκοπικές ζωές

πέθανε το δέντρο από βαθιά γηρατιά κι έμεινε το στόμα ανοιχτό να χάσκει κοχύλια

άλλο δάσος, ίδια ομίχλη

βροχή

Την έκαιγε ο ήλιος ανελέητα για μέρες
Την ρούφηξε, φωτιά

Και ήρθε το φθινόπωρο να την σώσει
Έφερε την βροχή, τα σύννεφα, να της δώσει υπόσταση

Κατέβηκαν τα σύννεφα, πότιζε η βροχή απαλά σαν ευλογία
Έστεκε το δάσος ακίνητο και σιωπηλό, συγκεντρωμένο

Μια τέτοια σιωπή που και η ομίχλη στεκόταν ακίνητη ν ακούσει
Ήρθε ο μάγος με τα δώρα
Κάποιος να γεννηθεί, κάποιος να πεθάνει

στη Σαμοθράκη

Μια καταιγίδα ήρθε και στάθηκε πάνω απ το βουνό κι εκείνο βούτηξε τις κορυφές του μέσα της
Αναποφάσιστη σιγοκουνιόταν ψάχνοντας τόπο να χυθεί, να λυτρωθεί

Γεννάει ζωή και πάντα παίρνει λίγη μαζί της φεύγοντας
Ν αφήσει χώρο για την καινούρια
Να πεθάνει για να αναστηθεί ξανά και ξανά

Νερό κι αέρας ενώνονται κάθε τόσο σε κείνον τον τόπο και σαν συννενοημένοι από πάντα ξεσηκώνουν ορατά κι αόρατα
Παρασύρουν χώμα, πέτρα, δέντρα, ψυχές και τραγουδώντας αλλάζει όψη το ρέμα, αλλάζει χρώμα, διάθεση

Ιερά δεσμά αιώνια σ έναν τόπο τόσο παράξενο όσο και η ιστορία του
Σε μια γη τόσο όμορφη, περίπλοκη, μυστήρια

Κρυμένοι θησαυροί λαμπυρίζουν χωμένοι στο χώμα
Παιχνίδια παλιών Θεών απ όταν γεννιόταν η Ζωή περιμένουν υπομονετικά το χέρι που θα τρέμει όταν τ αγγίξει, το χάδι του Ήλιου που θα τα κάνει να λάμψουν Φως

Σε κείνο το βουνό που θέλει να το φωνάζουν νησί επειδή η θάλασσα το τύλιξε κάποτε από ζήλια τρελή ερωτιάρικη
Σε αυτό το νησί που κουβαλά ένα βουνό σε ταξίδι στον χρόνο και εμάς μικροσκοπικούς παρατηρητές στο θαύμα

η Δάφνη

Μεγαλόπρεπος ποταμός, κυλάει με ηρεμία τον τεράστιο όγκο του και γίνεται ασημένιος από τον ήλιο όταν δεν τον καλύπτουν τεράστια κλαδιά που σκύβουν πάνω του να καθρεφτιστούν στα νερά του
Σιωπηλός, επιβλητικός, δυνατός, γεμάτος μυστικά και ιστορίες

Ο ποτάμιος θεός Πηνειός ήταν γιος του Ωκεανού και πατέρας όλων των Νυμφών της Θεσσαλίας
Μία από τις κόρες του, την όμορφη Δάφνη, είδε και θαμπώθηκε ο θεός Απόλλωνας..
Ήθελε να την κάνει δικιά του
Την ερωτεύτηκε πολύ

Εκείνη δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά του
Τον φοβόταν τον όμορφο Θεό, πέθαινε από τρόμο όταν την πλησίαζε
Έτσι νύχτα με το φεγγάρι αγκαλιά έτρεξε στο βουνό να ξεφύγει
Μερόνυχτα έτρεχε σαν τρελή κι εκείνος μερόνυχτα την έψαχνε παντού
Λίγο πριν την πιάσει έκλαιγε σπαρακτικά και παρακαλούσε τον πατέρα της να την γλυτώσει
Σαν από μανία φωτιάς κυνηγημένη έπεσε μέσα του και ούρλιαζε με όλη της την ψυχή για λύτρωση

Σάλεψε δυνατά ο ποτάμιος Θεός
Κύματα ενώθηκαν με τα σύννεφα, ένιωσε ανύμπορος για πρώτη φορά
Ο τρελός από έρωτα Θεός τύλιγε την μικρή του και ο πανικός πήρε χρώμα μέσα στον αργοκίνητο βασιλιά
Με μια κίνηση άνοιξε διάπλατα την γη και χωρίς δισταγμό κατάπιε την όμορφη μεταμορφώνοντάς την σε δέντρο
Ρίζες έγιναν τα πόδια της, τα χέρια της κλαδιά, ανάσαινε πια από τα φύλλα της κι έτσι έγινε η δάφνη..

Έκλαψε απαρηγόρητος ο Απόλλωνας αγκαλιάζοντάς την
Έκοψε ένα κλαδί, το έκανε στεφάνι και το φόρεσε κάνοντάς την το ιερό φυτό του
Από τότε η Δάφνη  ρίζωσε στις όχθες του πατέρα ποταμού μένοντας για πάντα κοντά του  να τον  αρωματίζει με τα φύλλα της και να του λέει τραγούδια μυστικά