βροχή

Την έκαιγε ο ήλιος ανελέητα για μέρες
Την ρούφηξε, φωτιά

Και ήρθε το φθινόπωρο να την σώσει
Έφερε την βροχή, τα σύννεφα, να της δώσει υπόσταση

Κατέβηκαν τα σύννεφα, πότιζε η βροχή απαλά σαν ευλογία
Έστεκε το δάσος ακίνητο και σιωπηλό, συγκεντρωμένο

Μια τέτοια σιωπή που και η ομίχλη στεκόταν ακίνητη ν ακούσει
Ήρθε ο μάγος με τα δώρα
Κάποιος να γεννηθεί, κάποιος να πεθάνει

στη Σαμοθράκη

Μια καταιγίδα ήρθε και στάθηκε πάνω απ το βουνό κι εκείνο βούτηξε τις κορυφές του μέσα της
Αναποφάσιστη σιγοκουνιόταν ψάχνοντας τόπο να χυθεί, να λυτρωθεί

Γεννάει ζωή και πάντα παίρνει λίγη μαζί της φεύγοντας
Ν αφήσει χώρο για την καινούρια
Να πεθάνει για να αναστηθεί ξανά και ξανά

Νερό κι αέρας ενώνονται κάθε τόσο σε κείνον τον τόπο και σαν συννενοημένοι από πάντα ξεσηκώνουν ορατά κι αόρατα
Παρασύρουν χώμα, πέτρα, δέντρα, ψυχές και τραγουδώντας αλλάζει όψη το ρέμα, αλλάζει χρώμα, διάθεση

Ιερά δεσμά αιώνια σ έναν τόπο τόσο παράξενο όσο και η ιστορία του
Σε μια γη τόσο όμορφη, περίπλοκη, μυστήρια

Κρυμένοι θησαυροί λαμπυρίζουν χωμένοι στο χώμα
Παιχνίδια παλιών Θεών απ όταν γεννιόταν η Ζωή περιμένουν υπομονετικά το χέρι που θα τρέμει όταν τ αγγίξει, το χάδι του Ήλιου που θα τα κάνει να λάμψουν Φως

Σε κείνο το βουνό που θέλει να το φωνάζουν νησί επειδή η θάλασσα το τύλιξε κάποτε από ζήλια τρελή ερωτιάρικη
Σε αυτό το νησί που κουβαλά ένα βουνό σε ταξίδι στον χρόνο και εμάς μικροσκοπικούς παρατηρητές στο θαύμα

η Δάφνη

Μεγαλόπρεπος ποταμός, κυλάει με ηρεμία τον τεράστιο όγκο του και γίνεται ασημένιος από τον ήλιο όταν δεν τον καλύπτουν τεράστια κλαδιά που σκύβουν πάνω του να καθρεφτιστούν στα νερά του
Σιωπηλός, επιβλητικός, δυνατός, γεμάτος μυστικά και ιστορίες

Ο ποτάμιος θεός Πηνειός ήταν γιος του Ωκεανού και πατέρας όλων των Νυμφών της Θεσσαλίας
Μία από τις κόρες του, την όμορφη Δάφνη, είδε και θαμπώθηκε ο θεός Απόλλωνας..
Ήθελε να την κάνει δικιά του
Την ερωτεύτηκε πολύ

Εκείνη δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά του
Τον φοβόταν τον όμορφο Θεό, πέθαινε από τρόμο όταν την πλησίαζε
Έτσι νύχτα με το φεγγάρι αγκαλιά έτρεξε στο βουνό να ξεφύγει
Μερόνυχτα έτρεχε σαν τρελή κι εκείνος μερόνυχτα την έψαχνε παντού
Λίγο πριν την πιάσει έκλαιγε σπαρακτικά και παρακαλούσε τον πατέρα της να την γλυτώσει
Σαν από μανία φωτιάς κυνηγημένη έπεσε μέσα του και ούρλιαζε με όλη της την ψυχή για λύτρωση

Σάλεψε δυνατά ο ποτάμιος Θεός
Κύματα ενώθηκαν με τα σύννεφα, ένιωσε ανύμπορος για πρώτη φορά
Ο τρελός από έρωτα Θεός τύλιγε την μικρή του και ο πανικός πήρε χρώμα μέσα στον αργοκίνητο βασιλιά
Με μια κίνηση άνοιξε διάπλατα την γη και χωρίς δισταγμό κατάπιε την όμορφη μεταμορφώνοντάς την σε δέντρο
Ρίζες έγιναν τα πόδια της, τα χέρια της κλαδιά, ανάσαινε πια από τα φύλλα της κι έτσι έγινε η δάφνη..

Έκλαψε απαρηγόρητος ο Απόλλωνας αγκαλιάζοντάς την
Έκοψε ένα κλαδί, το έκανε στεφάνι και το φόρεσε κάνοντάς την το ιερό φυτό του
Από τότε η Δάφνη  ρίζωσε στις όχθες του πατέρα ποταμού μένοντας για πάντα κοντά του  να τον  αρωματίζει με τα φύλλα της και να του λέει τραγούδια μυστικά

ανατολή

δεν υπάρχει ελπίδα..
δεν υπάρχουν φωνές στα καμένα.. κλαψούρισε

όσο μιλούσε γεννιόταν Ήλιος λαμπερός, ολοκαίνουριος
έβγαλε την γλώσσα κοροϊδευτικά στη σιωπή και φούντωσαν τα χρώματα, τα τραγούδια της ψυχής