αγραφιώτης

ποταμός κόκκινος
ανήκει ολοκληρωτικά στην Ευρυτανία

ανήσυχος, απότομος, άγριος
σαν τα βουνά που του κάνουν παρέα αιώνες τώρα

τα κόβει στα δύο
ενώνεται με άλλα νερά, δυναμώνει, κατεβαίνει με φόρα από ψηλά, στρίβει απότομα και κόβει τα βουνά του πάλι, πιο πολύ

ζωγραφίζει η φύση χρώματα πλάι του
γιορτάζει η ζωή εκεί σε κείνο το μέρος

ποταμός κόκκινος
όργιο αισθήσεων

τη σωστή στιγμή

μικρό, ατίθασο βουνό κομένο φέτες από νερά που τρέχουν μέσα του, απ έξω του, από πάνω του, παντού
ήρεμο τοπίο άγριας ομορφιάς

γαλήνη κι αντάρα
το φθινόπωρο μένει εκεί για λίγο
κάποιες φορές βρίσκεσαι σ έναν τόπο και ξέρεις πως είναι ο σωστός
τη σωστή στιγμή

στη Σαμοθράκη

Μια καταιγίδα ήρθε και στάθηκε πάνω απ το βουνό κι εκείνο βούτηξε τις κορυφές του μέσα της
Αναποφάσιστη σιγοκουνιόταν ψάχνοντας τόπο να χυθεί, να λυτρωθεί

Γεννάει ζωή και πάντα παίρνει λίγη μαζί της φεύγοντας
Ν αφήσει χώρο για την καινούρια
Να πεθάνει για να αναστηθεί ξανά και ξανά

Νερό κι αέρας ενώνονται κάθε τόσο σε κείνον τον τόπο και σαν συννενοημένοι από πάντα ξεσηκώνουν ορατά κι αόρατα
Παρασύρουν χώμα, πέτρα, δέντρα, ψυχές και τραγουδώντας αλλάζει όψη το ρέμα, αλλάζει χρώμα, διάθεση

Ιερά δεσμά αιώνια σ έναν τόπο τόσο παράξενο όσο και η ιστορία του
Σε μια γη τόσο όμορφη, περίπλοκη, μυστήρια

Κρυμένοι θησαυροί λαμπυρίζουν χωμένοι στο χώμα
Παιχνίδια παλιών Θεών απ όταν γεννιόταν η Ζωή περιμένουν υπομονετικά το χέρι που θα τρέμει όταν τ αγγίξει, το χάδι του Ήλιου που θα τα κάνει να λάμψουν Φως

Σε κείνο το βουνό που θέλει να το φωνάζουν νησί επειδή η θάλασσα το τύλιξε κάποτε από ζήλια τρελή ερωτιάρικη
Σε αυτό το νησί που κουβαλά ένα βουνό σε ταξίδι στον χρόνο και εμάς μικροσκοπικούς παρατηρητές στο θαύμα

η Δάφνη

Μεγαλόπρεπος ποταμός, κυλάει με ηρεμία τον τεράστιο όγκο του και γίνεται ασημένιος από τον ήλιο όταν δεν τον καλύπτουν τεράστια κλαδιά που σκύβουν πάνω του να καθρεφτιστούν στα νερά του
Σιωπηλός, επιβλητικός, δυνατός, γεμάτος μυστικά και ιστορίες

Ο ποτάμιος θεός Πηνειός ήταν γιος του Ωκεανού και πατέρας όλων των Νυμφών της Θεσσαλίας
Μία από τις κόρες του, την όμορφη Δάφνη, είδε και θαμπώθηκε ο θεός Απόλλωνας..
Ήθελε να την κάνει δικιά του
Την ερωτεύτηκε πολύ

Εκείνη δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά του
Τον φοβόταν τον όμορφο Θεό, πέθαινε από τρόμο όταν την πλησίαζε
Έτσι νύχτα με το φεγγάρι αγκαλιά έτρεξε στο βουνό να ξεφύγει
Μερόνυχτα έτρεχε σαν τρελή κι εκείνος μερόνυχτα την έψαχνε παντού
Λίγο πριν την πιάσει έκλαιγε σπαρακτικά και παρακαλούσε τον πατέρα της να την γλυτώσει
Σαν από μανία φωτιάς κυνηγημένη έπεσε μέσα του και ούρλιαζε με όλη της την ψυχή για λύτρωση

Σάλεψε δυνατά ο ποτάμιος Θεός
Κύματα ενώθηκαν με τα σύννεφα, ένιωσε ανύμπορος για πρώτη φορά
Ο τρελός από έρωτα Θεός τύλιγε την μικρή του και ο πανικός πήρε χρώμα μέσα στον αργοκίνητο βασιλιά
Με μια κίνηση άνοιξε διάπλατα την γη και χωρίς δισταγμό κατάπιε την όμορφη μεταμορφώνοντάς την σε δέντρο
Ρίζες έγιναν τα πόδια της, τα χέρια της κλαδιά, ανάσαινε πια από τα φύλλα της κι έτσι έγινε η δάφνη..

Έκλαψε απαρηγόρητος ο Απόλλωνας αγκαλιάζοντάς την
Έκοψε ένα κλαδί, το έκανε στεφάνι και το φόρεσε κάνοντάς την το ιερό φυτό του
Από τότε η Δάφνη  ρίζωσε στις όχθες του πατέρα ποταμού μένοντας για πάντα κοντά του  να τον  αρωματίζει με τα φύλλα της και να του λέει τραγούδια μυστικά

μια μέρα παραπάνω

Ούτε μια λέξη να μην πάει χαμένη
κι αν δεν περισσεύει να μη βγει

Ούτε ένα σ αγαπάω να μην είναι περίπου
κι αν δεν φτάνει τότε να μη γεννηθεί

Τίποτα μισό, τίποτα δήθεν
Να είναι ζωντανό, δυνατό
αργά να τρέξει, δημιουργικά
να το νιώσουμε στιγμή στιγμή

Μια μέρα δώρο μας δίνει το 8
είναι μέρα γιορτή
γιορτή να είναι ολόκληρο!

μία ώρα

το νερό κοιμάται μια ώρα κάθε μέρα
όπου κι αν βρίσκεται
σε ποτάμι, σε ρυάκι ακόμα και σε όλες τις λίμνες μπορεί

δεν πρέπει να το ενοχλήσουμε όταν κοιμάται..
να μην πιούμε όταν αναπαύεται..
αγανακτεί, θυμώνει και μπορεί να πάρει το νου όποιου το πειράξει εκείνη την ώρα

αν τρομάξει τότε το στοιχειό του θα χτυπήσει δυνατά
αν θυμώσει θα δηλητηριάσει ό,τι το αγγίξει

να το ξυπνάμε πρέπει πρώτα απαλά με το χέρι
τότε θα μας αφήνει

το λένε παράδεισο

το λένε παράδεισο
και ζουν πλάσματα αλλόκοτα εκεί
όχι κακά
ούτε καλά
απλά αλλόκοτα

λένε λόγια συνέχεια
τραγούδια μπορεί να ναι
με λέξεις ή και όχι
πάντως είναι όσα ήξερες αλλά δεν τολμούσες ούτε να σκεφτείς
ξετρυπώνουν τα πιο μεγάλα θέλω και παίζουν κορόιδο πηδώντας από βράχο σε βράχο

αν μείνεις εκεί κοντά πολύ
αν παίξεις μαζί τους
θα γίνεις παράξενος κι εσύ
όχι κακός
ούτε καλός
απλά παράξενος
και τότε κανένα άλλο πλάσμα δε θα μπορεί να σε δει κλαις
μόνο αυτά τα αλλόκοτα

φοβάσαι λίγο?

το σταχτί βουνό έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί
δύσκολα να φανταστεί κανείς από ψηλά ότι υπάρχει τόση ζωή μέσα του
πλησιάζοντας ακουγόταν ο ήχος του νερού και σα να μαλάκωνε η σκληρότητα του τόπου

ένα αυθάδικο, ατρόμητο ποτάμι το έσκιζε στη μέση σχηματίζοντας μικρές λιμνούλες εδώ κι εκεί
Eίχε δέσει ένα λευκό μαντήλι στο κεφάλι του και ένα γκρίζο φτερό ήταν στερεωμένο στο πίσω μέρος
Εδώ δίπλα στο ποτάμι μπορείς να πεις ότι θέλεις.. είπε
το ποτάμι παίρνει τα λόγια σου και τα πάει..
τίποτα δε μένει..

φοβάσαι λίγο? ρώτησε και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά ψαχούλεψε στα τυφλά
έβγαλε το γκρίζο φτερό που ήταν χωμένο στο μαντήλι του και μου το έδωσε
Είναι γερακιού, είπε
το βρήκα έξω από τη σπηλιά.. να πάρτο.. είναι σπάνιο..

Το πήρα χωρίς να πω ευχαριστώ.. πνίγηκε σε κείνο τον κόμπο στο λαιμό μου
Έκρυψα το γκρίζο φτερό μαζί με τις διάφανες πέτρες μου και τα κράτησα όλα σαν το πιο πολύτιμο που έχω

χωμένη στο πουθενά του κόσμου
μέσα στο σταχτί βουνό που ήταν έτοιμο να διαλυθεί
δίπλα σε ένα μοναχικό ποτάμι
ο πιο τρομακτικός άνθρωπος που ξέρω μου έκανε δώρο την εμπιστοσύνη
αυτήν ένιωσα και την έβαλα μαζί με το γκρίζο φτερό, παρέα με τις λαμπερές πέτρες μου κρατώντας τα όλα σαν το πιο πολύτιμο που έχω