μια μέρα παραπάνω

Ούτε μια λέξη να μην πάει χαμένη
κι αν δεν περισσεύει να μη βγει

Ούτε ένα σ αγαπάω να μην είναι περίπου
κι αν δεν φτάνει τότε να μη γεννηθεί

Τίποτα μισό, τίποτα δήθεν
Να είναι ζωντανό, δυνατό
αργά να τρέξει, δημιουργικά
να το νιώσουμε στιγμή στιγμή

Μια μέρα δώρο μας δίνει το 8
είναι μέρα γιορτή
γιορτή να είναι ολόκληρο!

στο φαράγγι

ψηλά, με θέα το απέραντο του φαραγγιού, ζουν δέντρα σοφά
αγέρωχα στέκονται υπομονετικά, φίλος, αδερφός με γη και ουρανό

ξέρουν τόσες ιστορίες για τη ζωή και το θάνατο που αν τα ακουμπήσεις νιώθεις κύματα την γαλήνη του ευτυχισμένου

χόρεψαν άπειρες φορές με τα σαλεμένα τραγούδια των ξωτικών τους
βασανίστηκαν από ήχους που μπορούν να τρελάνουν και θεούς ακόμα

έρχεται η ομίχλη ολόλευκη
απλώνεται και βολεύεται στα πιο απίθανα σημεία σαν φίλη οικεία, αγαπημένη που ήρθε επίσκεψη
χωρίζεται ο κόσμος στον έξω και στον μέσα της
γίνεται εξωπραγματικός, μυστήριος
τρέμουν τα φύλλα από νέα που φέρνει

μπαίνει στο φαράγγι και κυλάει μαζί με το ποτάμι ανταλλάσοντας μυστικά του νερού και του αέρα
ενώνει κάτω από το πέπλο της πλάσματα και δέντρα, ορατά και άφαντα
όνειρο και αλήθεια, όλα μια παρέα
χύνεται μέσα στη ψυχή και κρύβεται για πάντα εκεί
την ρουφάει η μικρή πέτρα και γίνεται φάντασμα για πάντα φυλακισμένο μέσα της

βρέχει φύλλα κίτρινα

σε κείνο το μέρος βρέχει φύλλα κίτρινα

αργά πέφτουν χορεύοντας από ψηλά δέντρα
τραγουδάνε στριφογυρίζοντας σα να παίζουν το ένα με τ άλλο

σε κείνο το μέρος βρέχει γαλήνια

νεράιδες χορεύουν χορούς ερωτικούς που φτάνουν στο θάνατο
τις τρελαίνουν τα υγρά φιλιά του αέρα και κάνουν γιορτή τη στιγμή

φαντάσματα αιώνια ζουν σε μικρές πέτρες βαθιά
στέκονται ακίνητα και λάμπουν σοφία
δροσίζουν σάρκα και γαληνεύουν ψυχή

σε κείνο το μέρος βρέχει φύλλα κίτρινα
ανατριχιάζουν τα πλάσματα
ζωντανεύουν ήχοι παράξενοι
ζωντανοί κι εμείς

μία ώρα

το νερό κοιμάται μια ώρα κάθε μέρα
όπου κι αν βρίσκεται
σε ποτάμι, σε ρυάκι ακόμα και σε όλες τις λίμνες μπορεί

δεν πρέπει να το ενοχλήσουμε όταν κοιμάται..
να μην πιούμε όταν αναπαύεται..
αγανακτεί, θυμώνει και μπορεί να πάρει το νου όποιου το πειράξει εκείνη την ώρα

αν τρομάξει τότε το στοιχειό του θα χτυπήσει δυνατά
αν θυμώσει θα δηλητηριάσει ό,τι το αγγίξει

να το ξυπνάμε πρέπει πρώτα απαλά με το χέρι
τότε θα μας αφήνει

πόλεμος

έλεγε πως στη φύση γίνεται πόλεμος
ασταμάτητα
κάθε στιγμή τα στοιχειά της φύσης παλεύουν μεταξύ τους και πως αν κοιτάξω πολύ καλά θα το δω να συμβαίνει

έλεγε πως είναι πόλεμος χωρίς αρχή και τέλος αυτός και πως δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι

πως οι δυνάμεις συγκρούονται δυνατά κι έτσι φέρνουν την ισορροπία
πως παλεύουν τόσο αρμονικά όπως μόνο ο θεός θα μπορούσε να σκεφτεί

έλεγε πως κάθε τι που συμβαίνει, συμβαίνει για καλό και μου έμαθε πως μπορώ αν θέλω

ξέφυγε

δάσος μέσα στο δάσος
αλλιώτικο
να ξεχωρίζει από πέρα μακριά

να είναι τόσο ήσυχο που να γίνεται ουρλιαχτό η ανάσα
τόσο σιωπηλό σαν εκείνη τη σιωπή που χωράει τις καταιγίδες όλου του κόσμου
από κορμό σε κορμό να πετάει η σκέψη, να γαντζώνεται στα κλαδιά, να φέρνει κύκλους τρέχοντας σαν κυνηγημένη
σα να σε βαρέθηκε και τρέχει να ξεφύγει
και να τα καταφέρνει.. κάθε φορά

δε φαντάζεσαι

ούτε που μπορείς να φανταστείς πώς είναι ο τόπος όταν τον καλύψει το χιόνι..
αλλάζει όλος.. γίνεται άλλος..εντελώς
και μη πιστέψεις πως το ολόλευκο, τόσο όμορφο χιόνι είναι για να στολίζει το δάσος..
καθόλου αθώο και καθόλου αδύναμο..
γίνεται όλο ένα λίγο λίγο μαζεύεται, παγώνει και γίνεται όγκος τεράστιος που τίποτα στο κόσμο δεν αντέχει το βάρος του
πέφτει από ψηλά και κατρακυλάει με τόση ορμή που παρασύρει τα πάντα
όλα όσα ξέραμε, όσα νομίζαμε πως θα είναι για πάντα εκεί ή για πάντα έτσι
κανένας βράχος δεν το σηκώνει
κανείς θεός δεν το σταματά
μπορεί να αλλάξει ένα ολόκληρο δάσος..

ούτε που φαντάζεσαι τη δύναμή του

είναι εδώ

όπου δεν είναι πόλη
όπου η ανάσα μπορεί να φτάσει ψηλά και να ενωθεί με κείνη του ουρανού
εκεί που η φύση μιλά σε όσους έχουν ανοιχτή τη ψυχή τους
το φθινόπωρο τριγυρίζει χαμογελαστό

το ένιωσα μέχρι τα μέσα μου
μπήκε στα μάτια μου στροβιλίζοντας χρώματα
χώθηκε στα ρουθούνια μου κάνοντας το μυαλό μου να γεμίσει μυρωδιές άγνωστες μα τόσο οικείες
πάγωσε τα χέρια μου ζεσταίνοντας την καρδιά μου

είναι εδώ το φθινόπωρο..
το λένε τα δέντρα που γίνονται χρυσοκόκκινα φύλλο φύλλο
το τραγουδά η αόρατη βροχή που πέφτει απαλά παντού
το ψιθυρίζει η ομίχλη που τυλίγει αργά το σύμπαν
το φωνάζει η ησυχία που κάνουν τα πλάσματα

σαν να ετοιμάζεται η φύση
την κάνει μπάνιο η βροχή πριν τη βάλει για ύπνο κι εκείνη στέκεται ακίνητη
δέχεται με ευγνωμοσύνη τις δροσερές στάλες και σιγομουρμουρίζει λόγια χαδιάρικα

όπου δεν είναι πόλη
εκεί που αφήνεται ελεύθερο το νου να ακολουθήσει τις πνοές του δάσους

συναντά κανείς το φθινόπωρο
τον πολύχρωμο άρχοντα της πιο γλυκιάς μελαγχολίας

το λένε παράδεισο

το λένε παράδεισο
και ζουν πλάσματα αλλόκοτα εκεί
όχι κακά
ούτε καλά
απλά αλλόκοτα

λένε λόγια συνέχεια
τραγούδια μπορεί να ναι
με λέξεις ή και όχι
πάντως είναι όσα ήξερες αλλά δεν τολμούσες ούτε να σκεφτείς
ξετρυπώνουν τα πιο μεγάλα θέλω και παίζουν κορόιδο πηδώντας από βράχο σε βράχο

αν μείνεις εκεί κοντά πολύ
αν παίξεις μαζί τους
θα γίνεις παράξενος κι εσύ
όχι κακός
ούτε καλός
απλά παράξενος
και τότε κανένα άλλο πλάσμα δε θα μπορεί να σε δει κλαις
μόνο αυτά τα αλλόκοτα