βροχή

Την έκαιγε ο ήλιος ανελέητα για μέρες
Την ρούφηξε, φωτιά

Και ήρθε το φθινόπωρο να την σώσει
Έφερε την βροχή, τα σύννεφα, να της δώσει υπόσταση

Κατέβηκαν τα σύννεφα, πότιζε η βροχή απαλά σαν ευλογία
Έστεκε το δάσος ακίνητο και σιωπηλό, συγκεντρωμένο

Μια τέτοια σιωπή που και η ομίχλη στεκόταν ακίνητη ν ακούσει
Ήρθε ο μάγος με τα δώρα
Κάποιος να γεννηθεί, κάποιος να πεθάνει

ανατολή

δεν υπάρχει ελπίδα..
δεν υπάρχουν φωνές στα καμένα.. κλαψούρισε

όσο μιλούσε γεννιόταν Ήλιος λαμπερός, ολοκαίνουριος
έβγαλε την γλώσσα κοροϊδευτικά στη σιωπή και φούντωσαν τα χρώματα, τα τραγούδια της ψυχής

αγωγιάτης

νόμιζες είσαι μόνος, εσύ και ο Θεός
πως αν φωνάξεις θα σ ακούσει το δάσος μόνο

σχεδόν ξεχνάς πως έφτασες ως εδώ
ποιος χάραξε το μονοπάτι που το λες δικό σου

πιστοί βοηθοί του βουνού, ακούραστοι υπηρέτες
γενναίοι, πεισματάρηδες, δυνατοί όσο κανείς
εκεί που σταματά ο χρόνος και που μπορείς να πεις πως όλα είναι όπως παλιά

η λίμνη

θα σε βάλω εδώ ψηλά, είπε ο Θεός στην πιο όμορφη λίμνη Του
να παγώνεις, να λιώνεις, να αλλάζεις κάθε λίγο, να έλκεις σα μαγνήτης

χαμένη στο πουθενά να σε λατρέψει η πλάση
να τυφλώνεις από φως
να καις φωτιά, να καίγεσαι