αγραφιώτης

ποταμός κόκκινος
ανήκει ολοκληρωτικά στην Ευρυτανία

ανήσυχος, απότομος, άγριος
σαν τα βουνά που του κάνουν παρέα αιώνες τώρα

τα κόβει στα δύο
ενώνεται με άλλα νερά, δυναμώνει, κατεβαίνει με φόρα από ψηλά, στρίβει απότομα και κόβει τα βουνά του πάλι, πιο πολύ

ζωγραφίζει η φύση χρώματα πλάι του
γιορτάζει η ζωή εκεί σε κείνο το μέρος

ποταμός κόκκινος
όργιο αισθήσεων

ζήρεια

Κάποτε, τα χρόνια τα μαγικά, ο θεός Πάνας ερωτεύτηκε την ίδια γυναίκα με τον Βοριά..
Η μικροκαμωμένη νύμφη Πιτυς έκλεψε τις καρδιές και των δύο κι όταν της είπαν να διαλέξει εκείνη έμεινε σιωπηλή για μέρες ψάχνοντας ποιον θα ήταν πιο εύκολο να αποχωριστεί.

Διάλεξε να μείνει με τον Πάνα, τον γιο του Ερμή, τον θεό τέρας με τις πιο παράξενες ιστορίες φορτωμένες πάνω του.
Τρελάθηκε ο Βοριάς, θέριεψε το μίσος μέσα του, φύσηξε τόσο δυνατά που σειόταν το βουνό
Μούγκριζε μανιασμένα, ήχοι παρανοϊκοί ξεκούφαναν όλα τα πλάσματα
Επιτέθηκε στην όμορφη νύμφη και την έριξε από ένα βράχο στο κενό να τσακιστεί, να μην υπάρχει πουθενά και για κανέναν

Η Γαία την έπιασε στον αέρα και την έχωσε γρήγορα γρήγορα μέσα σ ένα πεύκο να την σώσει
Εκεί ζει από τότε, μέσα στο πεύκο βολεύτηκε και θρέφει το δέντρο με τα πιο δυνατά αισθήματα
Του μιλά για ανεκπλήρωτους έρωτες, για ζήλια τρελή, για εκδίκηση που σκοτώνει
Κι εκείνο θρηνεί όποτε φυσά Βοριάς

Κι ένας ουρανός ψηλά να σε κοιτά και να λέει πως μόνο έτσι θα μπορούσε να είναι..
Πίστα χορού για τα πιο αέρινα σύννεφα
Ταξιδιάρικος, γεμάτος υποσχέσεις σκεπάζει κείνο το βουνό που ακόμα ζουν οι μύθοι

τη σωστή στιγμή

μικρό, ατίθασο βουνό κομένο φέτες από νερά που τρέχουν μέσα του, απ έξω του, από πάνω του, παντού
ήρεμο τοπίο άγριας ομορφιάς

γαλήνη κι αντάρα
το φθινόπωρο μένει εκεί για λίγο
κάποιες φορές βρίσκεσαι σ έναν τόπο και ξέρεις πως είναι ο σωστός
τη σωστή στιγμή

η θέα

κι εκεί που νόμιζες πως τα έχεις δει όλα

σκύβεις λίγο κι άλλος ένας κόσμος βρίσκεται κάτω απ την μύτη σου
τεράστιος, μαγικός
ανασαίνει νερό κ γεννάει ζωή
συνέχεια

στα χαμηλά είναι η θέα
πού κοιτάς?

βελανιδιές

Το δάσος της βελανιδιάς είναι ιερό
Μικρές, νεραϊδένιες ψυχές ζουν μέσα στις πιο ψηλές και γέρικες βελανιδιές
Φυλάνε το δάσος, τα πλάσματά του και κουβεντιάζουν με τους θεούς του λόγια τρυφερά

Το αγαπημένο του Δία
Ξεκουραζόταν για μέρες στις ρίζες των θεόρατων δέντρων και έπαιζε δείχνοντας το παιχνίδι με τους κεραυνούς στα πνεύματά του δάσους κάνοντάς τα να τρέμουν από φόβο

Θροϊζουν τα φύλλα τους απαλά με το πιο ελαφρύ φύσημα ή και χωρίς αυτό και τότε χρησμοί ξεκουφαίνουν τους πιο ευαίσθητους, αυτούς που θέλουν όσο τίποτε να ακούσουν

Τρέφουν ένα σωρό κόσμους εδώ και χιλιάδες χρόνια
Μικρά, θαυματουργά στολίδια προσφέρονται απλόχερα όπως μόνο η φύση ξέρει να δίνει

Να πεινά και να μην χορταίνει ποτέ είναι η κατάρα για όποιον την καταστρέψει κι αφήσει το πνεύμα του σοφού δέντρου άστεγο
Σκληρή τιμωρία στους ασυνείδητους, στους άψυχους

προς τα πάνω

Άλλο δάσος, άλλα δέντρα, άλλα πλάσματα, ίδια ομίχλη

γυαλίζουν όλα σαν ολοκαίνουρια
μικρά έργα τέχνης του δάσους απροσδιόριστα, παράξενα

θαύματα της φύσης
γενναίοι, παιχνιδιάρηδες κάτοικοι του βουνού
προκλητικά πολύχρωμες, μικροσκοπικές ζωές

πέθανε το δέντρο από βαθιά γηρατιά κι έμεινε το στόμα ανοιχτό να χάσκει κοχύλια

άλλο δάσος, ίδια ομίχλη

βροχή

Την έκαιγε ο ήλιος ανελέητα για μέρες
Την ρούφηξε, φωτιά

Και ήρθε το φθινόπωρο να την σώσει
Έφερε την βροχή, τα σύννεφα, να της δώσει υπόσταση

Κατέβηκαν τα σύννεφα, πότιζε η βροχή απαλά σαν ευλογία
Έστεκε το δάσος ακίνητο και σιωπηλό, συγκεντρωμένο

Μια τέτοια σιωπή που και η ομίχλη στεκόταν ακίνητη ν ακούσει
Ήρθε ο μάγος με τα δώρα
Κάποιος να γεννηθεί, κάποιος να πεθάνει

στη Σαμοθράκη

Μια καταιγίδα ήρθε και στάθηκε πάνω απ το βουνό κι εκείνο βούτηξε τις κορυφές του μέσα της
Αναποφάσιστη σιγοκουνιόταν ψάχνοντας τόπο να χυθεί, να λυτρωθεί

Γεννάει ζωή και πάντα παίρνει λίγη μαζί της φεύγοντας
Ν αφήσει χώρο για την καινούρια
Να πεθάνει για να αναστηθεί ξανά και ξανά

Νερό κι αέρας ενώνονται κάθε τόσο σε κείνον τον τόπο και σαν συννενοημένοι από πάντα ξεσηκώνουν ορατά κι αόρατα
Παρασύρουν χώμα, πέτρα, δέντρα, ψυχές και τραγουδώντας αλλάζει όψη το ρέμα, αλλάζει χρώμα, διάθεση

Ιερά δεσμά αιώνια σ έναν τόπο τόσο παράξενο όσο και η ιστορία του
Σε μια γη τόσο όμορφη, περίπλοκη, μυστήρια

Κρυμένοι θησαυροί λαμπυρίζουν χωμένοι στο χώμα
Παιχνίδια παλιών Θεών απ όταν γεννιόταν η Ζωή περιμένουν υπομονετικά το χέρι που θα τρέμει όταν τ αγγίξει, το χάδι του Ήλιου που θα τα κάνει να λάμψουν Φως

Σε κείνο το βουνό που θέλει να το φωνάζουν νησί επειδή η θάλασσα το τύλιξε κάποτε από ζήλια τρελή ερωτιάρικη
Σε αυτό το νησί που κουβαλά ένα βουνό σε ταξίδι στον χρόνο και εμάς μικροσκοπικούς παρατηρητές στο θαύμα

ανατολή

δεν υπάρχει ελπίδα..
δεν υπάρχουν φωνές στα καμένα.. κλαψούρισε

όσο μιλούσε γεννιόταν Ήλιος λαμπερός, ολοκαίνουριος
έβγαλε την γλώσσα κοροϊδευτικά στη σιωπή και φούντωσαν τα χρώματα, τα τραγούδια της ψυχής