νερό μάνα

Από μια τρύπα όση μια αγκαλιά, στο βάθος ενός από τα πιο παράξενα φαράγγια του κόσμου, πηγάζει ο Βοϊδομάτης

μικρός, ατίθασος, κρυσταλλένιος ποταμός
νευρικός και παγωμένος κόβει στη μέση βουνά, ενώνει ανθρώπους, θρέφει τη γη και όσα πλάσματα ζουν κοντά του

βασανίζει και βασανίζεται
σκοτώνει και ανασταίνει την ίδια στιγμή
αλλάζει σχήμα και αλλάζει την πλάση μέσα σε μια νύχτα βροχής

ο πιο καθαρός, ο πιο παγωμένος μικρός ποταμός
νερό μάνα σημαίνει το όνομά του
έκανε δώρο ο θεός στην Ήπειρο ένα διαμαντάκι ζωής απ αυτά που λαμπυρίζουν στον ήλιο σαν στολίδια

μέσα σε λίγα λεπτά

Εκείνη η βροχή έμοιαζε σα να μην ήταν και πολύ σίγουρη αν ήθελε να πέφτει ή όχι

Έλεγε.. είμαι περαστική και μισοέβρεχε παιχνιδιάρικα
Βαριεστημένα κυλούσε απαλά μαζί με τα σύννεφα

Αποτραβήχτηκε με χάρη αφήνοντας τη λίμνη ξέπνοη σαν μετά από έρωτα άγριο

Και φως ζωής ένα ουράνιο τόξο που γεννήθηκε και πέθανε μπροστά στα μάτια όλων μέσα σε λίγα λεπτά
Σαν δώρο από τον Θεό για τους τυχερούς που κοιτούσαν ψηλά

Νιάλα

Η Νιάλα είναι ο βασιλιάς των Αγράφων
Άγρια βουνοκορφή με τεράστιο μεγαλείο που κόβει την ανάσα

Δρόμος φίδι που γίνεται δύσβατος κάπου και αόρατος κάπου αλλού

Πέτρες που λες κάποιος Θεός τις τοποθέτησε εκεί, απότομοι γκρεμοί και λείες πλαγιές που τα καλοκαίρια νεράιδες χορεύουν στους ρυθμούς της φλογέρας των τσοπάνηδων

Παράξενος τόπος που σου λέει «φύγε γρήγορα» παντού και συνέχεια
Μέχρι και τα σύννεφα τρέχουν βιαστικά εκεί. Κατεβαίνουν χαμηλά να πάρουν λίγο απ την δύναμη του βουνού και κυλάνε μακρυά σαν κυνηγημένα

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας γεννήθηκε ο μύθος του τεράστιου δράκοντα που ζούσε σε μια μεγάλη σπηλιά κάπου ψηλά στ απάτητα του βουνού.

Ο δράκος μισούσε τους τούρκους και όποτε ξεκινούσαν ν ανεβούν προς τη Νιάλα τους πετούσε πέτρες και τους ανάγκαζε να γυρίζουν πίσω

Ποτέ δεν κατάφεραν να πατήσουν εκεί κι έτσι τ Άγραφα έμειναν ά-γραφα, οι αγραφιώτες έμειναν λεύτεροι με τον δικό τους τρόπο και η Νιάλα ατάραχη παρακολουθεί απλωμένη στο μεγαλείο της.

αγραφιώτης

ποταμός κόκκινος
ανήκει ολοκληρωτικά στην Ευρυτανία

ανήσυχος, απότομος, άγριος
σαν τα βουνά που του κάνουν παρέα αιώνες τώρα

τα κόβει στα δύο
ενώνεται με άλλα νερά, δυναμώνει, κατεβαίνει με φόρα από ψηλά, στρίβει απότομα και κόβει τα βουνά του πάλι, πιο πολύ

ζωγραφίζει η φύση χρώματα πλάι του
γιορτάζει η ζωή εκεί σε κείνο το μέρος

ποταμός κόκκινος
όργιο αισθήσεων

τη σωστή στιγμή

μικρό, ατίθασο βουνό κομένο φέτες από νερά που τρέχουν μέσα του, απ έξω του, από πάνω του, παντού
ήρεμο τοπίο άγριας ομορφιάς

γαλήνη κι αντάρα
το φθινόπωρο μένει εκεί για λίγο
κάποιες φορές βρίσκεσαι σ έναν τόπο και ξέρεις πως είναι ο σωστός
τη σωστή στιγμή

η θέα

κι εκεί που νόμιζες πως τα έχεις δει όλα

σκύβεις λίγο κι άλλος ένας κόσμος βρίσκεται κάτω απ την μύτη σου
τεράστιος, μαγικός
ανασαίνει νερό κ γεννάει ζωή
συνέχεια

στα χαμηλά είναι η θέα
πού κοιτάς?

βελανιδιές

Το δάσος της βελανιδιάς είναι ιερό
Μικρές, νεραϊδένιες ψυχές ζουν μέσα στις πιο ψηλές και γέρικες βελανιδιές
Φυλάνε το δάσος, τα πλάσματά του και κουβεντιάζουν με τους θεούς του λόγια τρυφερά

Το αγαπημένο του Δία
Ξεκουραζόταν για μέρες στις ρίζες των θεόρατων δέντρων και έπαιζε δείχνοντας το παιχνίδι με τους κεραυνούς στα πνεύματά του δάσους κάνοντάς τα να τρέμουν από φόβο

Θροϊζουν τα φύλλα τους απαλά με το πιο ελαφρύ φύσημα ή και χωρίς αυτό και τότε χρησμοί ξεκουφαίνουν τους πιο ευαίσθητους, αυτούς που θέλουν όσο τίποτε να ακούσουν

Τρέφουν ένα σωρό κόσμους εδώ και χιλιάδες χρόνια
Μικρά, θαυματουργά στολίδια προσφέρονται απλόχερα όπως μόνο η φύση ξέρει να δίνει

Να πεινά και να μην χορταίνει ποτέ είναι η κατάρα για όποιον την καταστρέψει κι αφήσει το πνεύμα του σοφού δέντρου άστεγο
Σκληρή τιμωρία στους ασυνείδητους, στους άψυχους