η Δάφνη

Μεγαλόπρεπος ποταμός, κυλάει με ηρεμία τον τεράστιο όγκο του και γίνεται ασημένιος από τον ήλιο όταν δεν τον καλύπτουν τεράστια κλαδιά που σκύβουν πάνω του να καθρεφτιστούν στα νερά του
Σιωπηλός, επιβλητικός, δυνατός, γεμάτος μυστικά και ιστορίες

Ο ποτάμιος θεός Πηνειός ήταν γιος του Ωκεανού και πατέρας όλων των Νυμφών της Θεσσαλίας
Μία από τις κόρες του, την όμορφη Δάφνη, είδε και θαμπώθηκε ο θεός Απόλλωνας..
Ήθελε να την κάνει δικιά του
Την ερωτεύτηκε πολύ

Εκείνη δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά του
Τον φοβόταν τον όμορφο Θεό, πέθαινε από τρόμο όταν την πλησίαζε
Έτσι νύχτα με το φεγγάρι αγκαλιά έτρεξε στο βουνό να ξεφύγει
Μερόνυχτα έτρεχε σαν τρελή κι εκείνος μερόνυχτα την έψαχνε παντού
Λίγο πριν την πιάσει έκλαιγε σπαρακτικά και παρακαλούσε τον πατέρα της να την γλυτώσει
Σαν από μανία φωτιάς κυνηγημένη έπεσε μέσα του και ούρλιαζε με όλη της την ψυχή για λύτρωση

Σάλεψε δυνατά ο ποτάμιος Θεός
Κύματα ενώθηκαν με τα σύννεφα, ένιωσε ανύμπορος για πρώτη φορά
Ο τρελός από έρωτα Θεός τύλιγε την μικρή του και ο πανικός πήρε χρώμα μέσα στον αργοκίνητο βασιλιά
Με μια κίνηση άνοιξε διάπλατα την γη και χωρίς δισταγμό κατάπιε την όμορφη μεταμορφώνοντάς την σε δέντρο
Ρίζες έγιναν τα πόδια της, τα χέρια της κλαδιά, ανάσαινε πια από τα φύλλα της κι έτσι έγινε η δάφνη..

Έκλαψε απαρηγόρητος ο Απόλλωνας αγκαλιάζοντάς την
Έκοψε ένα κλαδί, το έκανε στεφάνι και το φόρεσε κάνοντάς την το ιερό φυτό του
Από τότε η Δάφνη  ρίζωσε στις όχθες του πατέρα ποταμού μένοντας για πάντα κοντά του  να τον  αρωματίζει με τα φύλλα της και να του λέει τραγούδια μυστικά

ανατολή

δεν υπάρχει ελπίδα..
δεν υπάρχουν φωνές στα καμένα.. κλαψούρισε

όσο μιλούσε γεννιόταν Ήλιος λαμπερός, ολοκαίνουριος
έβγαλε την γλώσσα κοροϊδευτικά στη σιωπή και φούντωσαν τα χρώματα, τα τραγούδια της ψυχής

κι εγώ στοιχειό στη λίμνα

Λένε πως κάποτε στη θέση της σκοτεινής λίμνης υπήρχε ένα χωριό και πως μια μέρα ένας χωρικός με την κόρη του σταμάτησαν να ξεκουραστούν σε κείνο ακριβώς το σημείο

Η κοπέλα έλυσε τα μαλλιά της κι άρχισε να τα χτενίζει, ο πατέρας της ξέχασε ότι η όμορφη γυναίκα που κοιτούσε ήταν κόρη του και μαγεμένος από την ομορφιά όρμησε θέλοντας να την κάνει δική του

Εκείνη τρόμαξε πολύ, ήρθε η τρέλα να κατοικήσει στο μυαλό της και μέσα στην απελπισία της φώναξε με μια ανάσα
«Βούλα και Βουλολίμνα! Κι εγώ στοιχειό στη λίμνα!»
Η γη βούλιαξε, νερά χίμηξαν από τα Λευκά Όρη που στέκονται φρουρός πάνω ψηλά και κάπως έτσι έγινε η νοτιότερη λίμνη της Ευρώπης.

Λένε πως κάπου κάπου η όμορφη ξανθιά βγαίνει στην επιφάνεια, κάθεται σ ένα βράχο και χτενίζει τα μαλλιά της όπως τότε που σταμάτησε ο χρόνος
Ακριβώς στη μέση της λίμνης της που όσοι την γνωρίζουν παίρνουν όρκο πως δεν έχει πυθμένα
Είναι σίγουροι πως είναι άπατη σαν την ψυχή του ανθρώπου

λίμνη Κουρνά, Κρήτη

ο μικρός μάγος

το όνομά του σημαίνει μήλο του εδάφους γιατί κάποιοι παλιά το μύρισαν και τους θύμισε μήλο
ταπεινός, μικροσκοπικός θεραπευτής
θαυματουργός γιατρός φυτών και πλασμάτων
ο μικρός μάγος της φύσης

συμβολίζει τον πλούτο, τον ύπνο, την αγάπη, τον εξαγνισμό και έρχεται κάθε Άνοιξη από το πουθενά
ξαπλώνει παντού, βάφει τον κόσμο λευκοκίτρινο και σκορπίζει μυρωδιές, όνειρα, χρώματα

αγωγιάτης

νόμιζες είσαι μόνος, εσύ και ο Θεός
πως αν φωνάξεις θα σ ακούσει το δάσος μόνο

σχεδόν ξεχνάς πως έφτασες ως εδώ
ποιος χάραξε το μονοπάτι που το λες δικό σου

πιστοί βοηθοί του βουνού, ακούραστοι υπηρέτες
γενναίοι, πεισματάρηδες, δυνατοί όσο κανείς
εκεί που σταματά ο χρόνος και που μπορείς να πεις πως όλα είναι όπως παλιά