
-θέλω να σου κάνω ένα δώρο..
διάλεξε ό,τι ζητάει η ψυχή σου..
έλα, πες..

-θέλω να σου κάνω ένα δώρο..
διάλεξε ό,τι ζητάει η ψυχή σου..
έλα, πες..


για πες κι εσύ, σκύλε..

αφού ξυστείς

πες μου

το έχεις βρει το νόημα τελικά?

πριν έρθει η νύχτα φεύγω
μια ματιά μεγάλη αγκαλιά κι ένα γεια ως την επόμενη φορά
μια ματιά μεγάλη αγκαλιά εγώ κι άλλη μία ο Θεός

ψηλά, με θέα το απέραντο του φαραγγιού, ζουν δέντρα σοφά
αγέρωχα στέκονται υπομονετικά, φίλος, αδερφός με γη και ουρανό

ξέρουν τόσες ιστορίες για τη ζωή και το θάνατο που αν τα ακουμπήσεις νιώθεις κύματα την γαλήνη του ευτυχισμένου

χόρεψαν άπειρες φορές με τα σαλεμένα τραγούδια των ξωτικών τους
βασανίστηκαν από ήχους που μπορούν να τρελάνουν και θεούς ακόμα

έρχεται η ομίχλη ολόλευκη
απλώνεται και βολεύεται στα πιο απίθανα σημεία σαν φίλη οικεία, αγαπημένη που ήρθε επίσκεψη
χωρίζεται ο κόσμος στον έξω και στον μέσα της
γίνεται εξωπραγματικός, μυστήριος
τρέμουν τα φύλλα από νέα που φέρνει

μπαίνει στο φαράγγι και κυλάει μαζί με το ποτάμι ανταλλάσοντας μυστικά του νερού και του αέρα
ενώνει κάτω από το πέπλο της πλάσματα και δέντρα, ορατά και άφαντα
όνειρο και αλήθεια, όλα μια παρέα
χύνεται μέσα στη ψυχή και κρύβεται για πάντα εκεί
την ρουφάει η μικρή πέτρα και γίνεται φάντασμα για πάντα φυλακισμένο μέσα της

σε κείνο το μέρος βρέχει φύλλα κίτρινα

αργά πέφτουν χορεύοντας από ψηλά δέντρα
τραγουδάνε στριφογυρίζοντας σα να παίζουν το ένα με τ άλλο

σε κείνο το μέρος βρέχει γαλήνια

νεράιδες χορεύουν χορούς ερωτικούς που φτάνουν στο θάνατο
τις τρελαίνουν τα υγρά φιλιά του αέρα και κάνουν γιορτή τη στιγμή

φαντάσματα αιώνια ζουν σε μικρές πέτρες βαθιά
στέκονται ακίνητα και λάμπουν σοφία
δροσίζουν σάρκα και γαληνεύουν ψυχή

σε κείνο το μέρος βρέχει φύλλα κίτρινα
ανατριχιάζουν τα πλάσματα
ζωντανεύουν ήχοι παράξενοι
ζωντανοί κι εμείς

το νερό κοιμάται μια ώρα κάθε μέρα
όπου κι αν βρίσκεται
σε ποτάμι, σε ρυάκι ακόμα και σε όλες τις λίμνες μπορεί

δεν πρέπει να το ενοχλήσουμε όταν κοιμάται..
να μην πιούμε όταν αναπαύεται..
αγανακτεί, θυμώνει και μπορεί να πάρει το νου όποιου το πειράξει εκείνη την ώρα

αν τρομάξει τότε το στοιχειό του θα χτυπήσει δυνατά
αν θυμώσει θα δηλητηριάσει ό,τι το αγγίξει

να το ξυπνάμε πρέπει πρώτα απαλά με το χέρι
τότε θα μας αφήνει

Η ησυχία του τόπου είναι τρομακτική
το μονοπάτι που οδηγεί στο Ιερό είναι τόσο παλιό που μυρίζει χώμα αιώνιο
το Ιερό των Μεγάλων Θεών πνίγεται στα δέντρα που το κάνουν να μοιάζει πραγματικό άσυλο

Οι Κάβειροι λατρεύτηκαν εδώ
Θεότητες, δαίμονες, γιοι του Ήφαιστου και της Καβειρούς

Κάποτε ο Εύξεινος Πόντος ξεχείλισε και από τα νερά που έτρεξαν με μανία κατακλύστηκε η Σαμοθράκη.
Από τον κατακλυσμό σώθηκαν μόνο αυτοί οι Θεοί που κατέφυγαν στη κορυφή του Σάος
Από αυτούς προήλθαν τα Καβείρια Μυστήρια, οι τελετουργίες για τη μύηση στη μυστική θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων

Κανείς δεν είναι σίγουρος ούτε για το πόσοι ούτε για το ποιοι ήταν αφού κανείς δεν τους προσφωνούσε με τα ονόματά τους αλλά σαν Θεούς.. Μέγα Πνεύμα.. μεγάλη Ψυχή του Κόσμου..
Μόνοι όσοι μυήθηκαν γνώριζαν αλλά αυτοί ορκίστηκαν αιώνια Σιωπή

Λατρεύοταν με μυστήρια που γίνοταν νύχτες σε τόπους μυστικούς
μέσα από δραματικές τελετές που ιερείς, ψιθυρίζοντας λέξεις ακατάληπτες, αναλάμβαναν να μυήσουν όποιον ήθελε αφού πρώτα περνούσε από το στάδιο της εξομολόγησης.. της ψυχικής κάθαρσης..

Οι φωτιές έσβηναν σε όλο το νησί πριν την τελετή και έφερναν νέα φλόγα από τη Δήλο
Πάνω σε θρόνο και τους ήδη μυημένους να χορεύουν γύρω του στο φως των δαδιών και των λυχναριών, βήμα βήμα ο πιστός έφτανε στο άβατο του Ιερού.. εκεί που για αιώνες απαγορεύοταν να πλησιάσει αμύητος
εκεί που όποιος είχε δει αυτό το θέαμα γνώριζε το τέλος της ζωής, την θεία Πηγή

Η Αρχή στα μυστήρια των Μεγάλων Θεών ήταν η σκέψη να δοθεί προστασία από τους κινδύνους σε όποιον την χρειάζεται.. άσχετα από φύλο, κοινωνική τάξη ή ηλικία..
ασφάλεια στην άλλη ζωή
προφύλαξη από θύελλες και καταιγίδες της θάλασσας..

Στο Ιερό των Μεγάλων Θεών οι αιώνες περνούν αλλά ο τόπος εξακολουθεί να εμπνέει
μπορεί οι Μεγάλοι θεοί να μην έφυγαν ποτέ από κεί και να κρύβονται κάπου ψηλά στο βουνό τους
μπορεί να παίζουν με τον αέρα και τα σύννεφα και να χαμογελούν με όσους προσπαθούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους

τα μάγουλά του ήταν κόκκινα.. συναγωνίζοταν τα χείλια του.. ποιο θα πετύχει το τέλειο κόκκινο..
άκουγα την ανάσα του κοφτή και παρακολουθούσα τα συννεφάκια που σχημάτιζε όποτε συναντούσε τον δροσερό αέρα

κρατούσε ένα ξύλο και είχε τις τσέπες του γεμάτες βελανίδια
τα μάτια του έλαμπαν σα να ταν δακρυσμένα και έτρεχαν ακούραστα στην πλαγιά ψάχνοντας για τη νεράιδα της γης που κρύβεται λέει στο πιο γέρικο δέντρο κάθε βουνού

ξέρω πως λέγεται αυτό που νιώθω.. είπε ξαφνικά κοιτώντας με χαμογελαστός
ελευθερία το λένε, φώναξε και άρχισε να τρέχει σαν τρελός την κατηφόρα σκορπίζοντας βελανίδια εδώ κι εκεί

μπορεί όλοι που αγαπάς να λένε σταμάτα
και όλα που κοιτάζεις να δείχνουν μην

να ξεφυτρώνουν εμπόδια και να φωνάζουν πως δεν μπορείς
να κλείνει ο ουρανός και να μη δείχνει το φως του μερικές φορές

κι εσύ να βλέπεις τον δρόμο μπροστά ορθάνοιχτο
είναι χρυσός και οδηγεί στη γαλήνη
είναι γεμάτος με όσα διψάς να καταλάβεις και καλεί σε ταξίδι στην άκρη της γης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.