
Απ όσα είδα κι ένιωσα σε κείνο το μέρος το πιο συγκλονιστικό ήταν ο ορίζοντας.
Ατελείωτος, ανενόχλητος ορίζοντας σε όλα τα χρώματα.
Εδώ λίγο πριν εξαφανιστεί.

Απ όσα είδα κι ένιωσα σε κείνο το μέρος το πιο συγκλονιστικό ήταν ο ορίζοντας.
Ατελείωτος, ανενόχλητος ορίζοντας σε όλα τα χρώματα.
Εδώ λίγο πριν εξαφανιστεί.



Τον κοιτάζαμε να σκάβει τα βότσαλα στην τεράστια παραλία λίγο πιο πέρα από κει που φτάνει το κύμα και περιμέναμε να δούμε τι θέλει να βρει.
Έσκαψε ένα λάκκο και κάποια στιγμή σταμάτησε κοιτώντας τον ικανοποιημένος.
Περνούσε ένα παιδί δίπλα του και σταμάτησε να δει γεμάτο περιέργεια.
Σκύψε, πιές, γέμισε και το παγούρι σου, του είπε
Είναι νερό απ το βουνό απάνω. Το πιο καθαρό, το πιο παγωμένο.
Τα Λευκά Όρη γεννούν νερό που αρνείται να ενωθεί με της θάλασσας και γίνεται δώρο ζωής σε αυτόν τον απομομωμένο τόπο που δεν έχει τίποτα και τα έχει όλα.


Απ τη μικρή Αράδαινα των 2 κατοίκων στο δυτικό άκρο της Ανώπολης και κάτω απ τα Λευκά Όρη ξεκινά το εντυπωσιακό φαράγγι που καταλήγει στο Λιβυκό πέλαγος με μια ανάσα.
Τα τοιχώματά του υψώνονται 138 μέτρα ψηλά.

Περπατάς στην κοίτη, κοιτάζεις ψηλά και μοιάζουν τα δέντρα που κρέμονται από παντού σαν χίλια μάτια.

Στριμώχνεται ο αέρας κάπου στα πιο στενά, ανακατεύεται με τα φύλλα και μοιάζουν τα δέντρα που κρέμονται από παντού σαν χίλιοι ψίθυροι.

Τεράστιες πολύχρωμες σπηλιές είναι φωλιές αμέτρητων πουλιών και μοιάζουν όταν τις πλησιάζεις σαν χίλιοι κόσμοι.

Προχωράς και δεν ξέρεις αν βυθίζεσαι ή αν αναδύεσαι.

Τεράστιοι όγκοι βράχια κλείνουν τον δρόμο σε κάποιο σημείο και μοιάζει ο τόπος σαν να κουβαλά χίλιους θανάτους.
Ώσπου στην τελευταία στροφή, κάπου μετά το τελευταίο γύρισμα του τελευταίου βράχου των Λευκών Ορέων, μυρίζει θάλασσα.

Γίνονται σιγά σιγά όλα μπλε. Τα βράχια, ο αέρας, ο ήλιος, όλοι μας.
Και μοιάζει ο κόσμος όλος Κρήτη




Ανεβαίνοντας για την κορυφή στρέφεις το κεφάλι πίσω και βλέπεις ολοζώντανη τη Μάνα Γη

ανεβαίνοντας τον Σμόλικα
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.