ξέφυγε

δάσος μέσα στο δάσος
αλλιώτικο
να ξεχωρίζει από πέρα μακριά

να είναι τόσο ήσυχο που να γίνεται ουρλιαχτό η ανάσα
τόσο σιωπηλό σαν εκείνη τη σιωπή που χωράει τις καταιγίδες όλου του κόσμου
από κορμό σε κορμό να πετάει η σκέψη, να γαντζώνεται στα κλαδιά, να φέρνει κύκλους τρέχοντας σαν κυνηγημένη
σα να σε βαρέθηκε και τρέχει να ξεφύγει
και να τα καταφέρνει.. κάθε φορά

θηρίο

ο πρώτος πρώτος ήλιος έστειλε φως πονηρό, απ αυτό που τρυπώνει παντού

ενόχλησε τα τεμπέλικα σύννεφα που έμεναν μέρες ξαπλωμένα πάνω στο μεγάλο μυστικό κι εκείνα έγιναν θηρίο

νικημένο το συννεφένιο πλάσμα τεντώθηκε, έγειρε απότομα
ακούμπησε τα χείλια του στο πιο λευκό σημείο του ουρανού

και ρούφηξε το πουπουλένιο σκέπασμα λίγο λίγο

όταν έφυγε, ο νικητής πρώτος πρώτος ήλιος έβαψε κόκκινα χρώματα

δε φαντάζεσαι

ούτε που μπορείς να φανταστείς πώς είναι ο τόπος όταν τον καλύψει το χιόνι..
αλλάζει όλος.. γίνεται άλλος..εντελώς
και μη πιστέψεις πως το ολόλευκο, τόσο όμορφο χιόνι είναι για να στολίζει το δάσος..
καθόλου αθώο και καθόλου αδύναμο..
γίνεται όλο ένα λίγο λίγο μαζεύεται, παγώνει και γίνεται όγκος τεράστιος που τίποτα στο κόσμο δεν αντέχει το βάρος του
πέφτει από ψηλά και κατρακυλάει με τόση ορμή που παρασύρει τα πάντα
όλα όσα ξέραμε, όσα νομίζαμε πως θα είναι για πάντα εκεί ή για πάντα έτσι
κανένας βράχος δεν το σηκώνει
κανείς θεός δεν το σταματά
μπορεί να αλλάξει ένα ολόκληρο δάσος..

ούτε που φαντάζεσαι τη δύναμή του

είναι εδώ

όπου δεν είναι πόλη
όπου η ανάσα μπορεί να φτάσει ψηλά και να ενωθεί με κείνη του ουρανού
εκεί που η φύση μιλά σε όσους έχουν ανοιχτή τη ψυχή τους
το φθινόπωρο τριγυρίζει χαμογελαστό

το ένιωσα μέχρι τα μέσα μου
μπήκε στα μάτια μου στροβιλίζοντας χρώματα
χώθηκε στα ρουθούνια μου κάνοντας το μυαλό μου να γεμίσει μυρωδιές άγνωστες μα τόσο οικείες
πάγωσε τα χέρια μου ζεσταίνοντας την καρδιά μου

είναι εδώ το φθινόπωρο..
το λένε τα δέντρα που γίνονται χρυσοκόκκινα φύλλο φύλλο
το τραγουδά η αόρατη βροχή που πέφτει απαλά παντού
το ψιθυρίζει η ομίχλη που τυλίγει αργά το σύμπαν
το φωνάζει η ησυχία που κάνουν τα πλάσματα

σαν να ετοιμάζεται η φύση
την κάνει μπάνιο η βροχή πριν τη βάλει για ύπνο κι εκείνη στέκεται ακίνητη
δέχεται με ευγνωμοσύνη τις δροσερές στάλες και σιγομουρμουρίζει λόγια χαδιάρικα

όπου δεν είναι πόλη
εκεί που αφήνεται ελεύθερο το νου να ακολουθήσει τις πνοές του δάσους

συναντά κανείς το φθινόπωρο
τον πολύχρωμο άρχοντα της πιο γλυκιάς μελαγχολίας

το λένε παράδεισο

το λένε παράδεισο
και ζουν πλάσματα αλλόκοτα εκεί
όχι κακά
ούτε καλά
απλά αλλόκοτα

λένε λόγια συνέχεια
τραγούδια μπορεί να ναι
με λέξεις ή και όχι
πάντως είναι όσα ήξερες αλλά δεν τολμούσες ούτε να σκεφτείς
ξετρυπώνουν τα πιο μεγάλα θέλω και παίζουν κορόιδο πηδώντας από βράχο σε βράχο

αν μείνεις εκεί κοντά πολύ
αν παίξεις μαζί τους
θα γίνεις παράξενος κι εσύ
όχι κακός
ούτε καλός
απλά παράξενος
και τότε κανένα άλλο πλάσμα δε θα μπορεί να σε δει κλαις
μόνο αυτά τα αλλόκοτα

παράξενη ησυχία

στην όμορφη, μικρή παραλία
ζει η πιο παράξενη ησυχία του κόσμου όλου

αυτή που ανακατεύεται με τις κρυφές λέξεις και τις πάει βόλτες στ απέραντο της γης

εκεί αλλάζει νόημα η Σιωπή
μπαίνει στο νερό και χορεύει σαν τρελή μέσα του, πάνω του, μαζί του
βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά και χαμογελάει ναζιάρικα σε κάθε δήθεν
σε όλες τις περίπου αλήθειες

αγριεύει, βρυχάται σα θηρίο
τα βάζει με τα βράχια λες και θέλει να τ ακούσει να βογγάνε
σα να θέλει να τα σπρώξει μακριά πέρα

στη μικρή παραλία
τα όμορφα κύματα
όμορφα διαλύονται

όσο μεγάλα, όσο τρομακτικά σχεδόν παντοδύναμα..

όλα μα όλα θα γίνουν αφρός
θα γλύψουν την αμμουδιά γουργουρίζοντας
θα κλείσουν το μάτι με νόημα

θα πάρουν λίγο από το τίποτα
και θα γυρίσουν πίσω στο σπίτι τους
πολύ πολύ μακριά από κάθε δήθεν
από όλες τις περίπου αλήθειες