
Διασχίζει το βουνό Σμόλικας με νότια κατεύθυνση και διέρχεται από το χαμηλότερο βουνό Ταμπούρι.
εμάς μας πήγε στη δρακόλιμνη του μια μέρα που χε γιορτή στο βουνό

Διασχίζει το βουνό Σμόλικας με νότια κατεύθυνση και διέρχεται από το χαμηλότερο βουνό Ταμπούρι.
εμάς μας πήγε στη δρακόλιμνη του μια μέρα που χε γιορτή στο βουνό

Σ ένα απ τα οροπέδια της Οίτης, στη μέση του πουθενά υπάρχει εντυπωσιακό σπηλαιοβάραθρο που καταπίνει χειμάρρους.

Στη ρίζα ορθοπλαγιάς το βύθισμα μέσα στο οποίο κατευθύνονται τα νερά που μαζεύονται απ το οροπέδιο και τα γύρω υψώματα, μοιάζει σα μικρή σπηλιά ξεχασμένη.

Τα νερά καταλήγουν υπόγεια στον Γοργοπόταμο, τον αρχαίο Δύρα που γεννήθηκε όταν η Οίτη σχίστηκε στα δύο απ τον πόνο του Ηρακλή που καιγόταν.
Οι κάτοικοι των χωριών έριξαν χρωματιστά μαλλιά προβάτων στο στόμιο κι εκείνα βγήκαν σε αυτό το ποτάμι. Ταξίδι στα έγκατα της Γής.

Ο θόρυβος των νερών που χάνονται μέσα της είναι ρυθμικός και τα βράχια στο στόμιο της είναι σα να στερεώνουν το ένα το άλλο.

Είναι έτοιμα με το παραμικρό να κλείσουν να εξαφανίσουν την πόρτα στα έγκατα.

Ένα μυστικό τη φορά είναι αυτό το βουνό.


ανεβαίνοντας τον Σμόλικα










Μονότοξο,πέτρινο γεφύρι της Κόνιτσας στην Ήπειρο.
Χτίστηκε το 1870 από τον πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζο απ την Πυρσόγιαννη


Γεφυρώνει τον ποταμό Αώο και είναι χτισμένο στο τέλος της χαράδρας του ενώνοντας έτσι τους δύο βράχους του Στομίου.

Κόστισε 120.000 γρόσια που τα περισσότερα ήταν δωρεές ιδιωτών.
Τουλάχιστον 50 μάστορες της πέτρας δούλεψαν για να στηθεί. Άγνωστοι ήρωες, καλλιτέχνες με φαντασία κι ατελείωτη υπομονή.

Όταν τελείωναν τις εργασίες, πριν παραδοθεί το γεφύρι, ο πρωτομάστορας ανέβαινε στο ψηλότερο σημείο του τόξου και κρεμούσε το σιδερένιο καμπανάκι που χτυπούσε δυνατά όταν φυσούσαν ισχυροί άνεμοι.

Κι ένας Αώος πλούσιος να παρακολουθεί ατάραχος σα να ήταν αρκετές οι προσπάθειες των ανθρώπων να τον εξευμενίσουν.
Σα να συμβιβάστηκε με την ιδέα πως δαμάστηκε απ τους ανθρώπους και δέχτηκε το γεφύρι σαν δικό του.

Στην όμορφη Κόνιτσα η ζωη κυλά ήρεμη όσο δεν ακούγεται το καμπανάκι του γεφυριού της.
Ψηλά η Τύμφη μισοχιονισμένη, καμαρώνει κι αυτή
Η Βωβούσα στην κοιλάδα του Αώου στα εσώψυχα της Πίνδου
Πήρε το όνομα της απ τη βοή του ποταμού
Καταστράφηκε μερικές φορές, κάηκε, ήταν στόχος ληστών για δεκαετίες αλλά ζει το χωριό γύρω απ το γεφύρι του σαν φύλακας
Ο Αώος την κόβει στα δυο με αριστουργηματικό τρόπο.
Ήταν μια παγωμένη μέρα δώρο
Εκατοντάδες χιλιόμετρα ποταμός ζωντανεύει από το βουνό – το βουνό και όλα τα χωριά που τον αγγίζουν

Όταν η συνοδεία του γάμου έφτανε μπροστά απ το γεφύρι, οι οργανοπαίχτες σταματούσαν τις μουσικές τους, οι νεόνυφοι ξεπέζευαν και όλοι περνούσαν το πέτρινο γεφύρι με ησυχία
Σα να μη γιόρταζε κανείς, σα να ήταν μία απλή μέρα.

Το περνούσαν με ηρεμία για να μην ανησυχήσουν την στοιχειωμένη πού χωμένη βαθιά κρατάει το γεφύρι.
Μην ξεμυαλιστεί και χαλαρώσει το κράτημα

Η αιώνια ανάγκη για επικοινωνία θεών θνητών στον πάνω και στον κάτω κόσμο
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.