οι Πρέσπες, τα ασκηταριά και ο Βασίλης

Ο χειμώνας έδειχνε τη δύναμή του, χιόνιζε συνέχεια, χιόνι ελαφρύ σαν πούδρα, χιόνι βαρύ αφράτο που δεν βλέπεις πέρα απ τη μύτη σου και στα διαλείμματα έβγαινε ήλιος λαμπερός λες και μας έκανε το χατήρι να μας αφήσει να θαυμάσουμε το θαύμα των ανθρώπων μέσα στο χρόνο.

Πρέσπες, βυζαντινά μνημεία, μοναδικό οικοσύστημα

Ο Βασίλης Αραμπατζής, γνωστός σαν πελεκάνος, ήταν ο ξεναγός μας και κινητή τράπεζα πληροφοριών.
Μιλούσε ασταμάτητα κουνώντας τα χέρια του πέρα δόθε όρθιος μέσα στη βάρκα.
-Είναι τρελός ο καιρός στη λίμνη, έλεγε, αλλάζει ο αέρας στο λεπτό και συνέχιζε να μας βομβαρδίζει με απίστευτες πληροφορίες.

Μας είπε για πουλιά και τις συνήθειές τους,για ανθρώπους που έζησαν σε σπηλιές όλη τους τη ζωή για τους δικούς του λόγους ο καθένας, για πίστη, για τον καιρό, τα κύματα, τα βουνά.

Μας έδειξε βραχογραφίες αιώνων που τα χρώματα είναι εκεί σα να μην πέρασε μια μέρα, ονόμασε τα βουνά μπροστά μας, μας έδειξε που ενώνονται τρεις χώρες μέσα στην μεγάλη Πρέσπα και μας εξήγησε πώς με ένα σαλιγκάρι που μόνο εκείνος ήξερε πού ζει, αποδείχτηκε ότι η λίμνη δεν είναι μοντέρνα..

Τόπος ανεξερεύνητος,γεμάτος μυστικά, ιστορίες
Άνθρωποι που έχουν γίνει ένα με αυτόν και τον ψαχουλεύουν ασταμάτητα.

Τόπος που είναι μόνος του η ιστορία

δάσος Στροφυλιάς

Σε κείνο το μέρος τα πεύκα είναι ομπρέλες προστάτες σπάνιας, μοναδικής ζωής και τους αρέσει η άμμος

Τα σύννεφα φυλακίζονται σε νερό φυλακή παλιών ποταμών λες και θέλουν να μείνουν

Η Γη γουργουρίζει ασταμάτητα και κινείται ρυθμικά

Και η Θάλασσα εκεί δίπλα ελέγχει την ισορροπία και δίνει τον ρυθμό

μέσα σε λίγα λεπτά

Εκείνη η βροχή έμοιαζε σα να μην ήταν και πολύ σίγουρη αν ήθελε να πέφτει ή όχι

Έλεγε.. είμαι περαστική και μισοέβρεχε παιχνιδιάρικα
Βαριεστημένα κυλούσε απαλά μαζί με τα σύννεφα

Αποτραβήχτηκε με χάρη αφήνοντας τη λίμνη ξέπνοη σαν μετά από έρωτα άγριο

Και φως ζωής ένα ουράνιο τόξο που γεννήθηκε και πέθανε μπροστά στα μάτια όλων μέσα σε λίγα λεπτά
Σαν δώρο από τον Θεό για τους τυχερούς που κοιτούσαν ψηλά

βροχή

Την έκαιγε ο ήλιος ανελέητα για μέρες
Την ρούφηξε, φωτιά

Και ήρθε το φθινόπωρο να την σώσει
Έφερε την βροχή, τα σύννεφα, να της δώσει υπόσταση

Κατέβηκαν τα σύννεφα, πότιζε η βροχή απαλά σαν ευλογία
Έστεκε το δάσος ακίνητο και σιωπηλό, συγκεντρωμένο

Μια τέτοια σιωπή που και η ομίχλη στεκόταν ακίνητη ν ακούσει
Ήρθε ο μάγος με τα δώρα
Κάποιος να γεννηθεί, κάποιος να πεθάνει

κι εγώ στοιχειό στη λίμνα

Λένε πως κάποτε στη θέση της σκοτεινής λίμνης υπήρχε ένα χωριό και πως μια μέρα ένας χωρικός με την κόρη του σταμάτησαν να ξεκουραστούν σε κείνο ακριβώς το σημείο

Η κοπέλα έλυσε τα μαλλιά της κι άρχισε να τα χτενίζει, ο πατέρας της ξέχασε ότι η όμορφη γυναίκα που κοιτούσε ήταν κόρη του και μαγεμένος από την ομορφιά όρμησε θέλοντας να την κάνει δική του

Εκείνη τρόμαξε πολύ, ήρθε η τρέλα να κατοικήσει στο μυαλό της και μέσα στην απελπισία της φώναξε με μια ανάσα
«Βούλα και Βουλολίμνα! Κι εγώ στοιχειό στη λίμνα!»
Η γη βούλιαξε, νερά χίμηξαν από τα Λευκά Όρη που στέκονται φρουρός πάνω ψηλά και κάπως έτσι έγινε η νοτιότερη λίμνη της Ευρώπης.

Λένε πως κάπου κάπου η όμορφη ξανθιά βγαίνει στην επιφάνεια, κάθεται σ ένα βράχο και χτενίζει τα μαλλιά της όπως τότε που σταμάτησε ο χρόνος
Ακριβώς στη μέση της λίμνης της που όσοι την γνωρίζουν παίρνουν όρκο πως δεν έχει πυθμένα
Είναι σίγουροι πως είναι άπατη σαν την ψυχή του ανθρώπου

λίμνη Κουρνά, Κρήτη

η λίμνη

θα σε βάλω εδώ ψηλά, είπε ο Θεός στην πιο όμορφη λίμνη Του
να παγώνεις, να λιώνεις, να αλλάζεις κάθε λίγο, να έλκεις σα μαγνήτης

χαμένη στο πουθενά να σε λατρέψει η πλάση
να τυφλώνεις από φως
να καις φωτιά, να καίγεσαι