κι εγώ στοιχειό στη λίμνα

Λένε πως κάποτε στη θέση της σκοτεινής λίμνης υπήρχε ένα χωριό και πως μια μέρα ένας χωρικός με την κόρη του σταμάτησαν να ξεκουραστούν σε κείνο ακριβώς το σημείο

Η κοπέλα έλυσε τα μαλλιά της κι άρχισε να τα χτενίζει, ο πατέρας της ξέχασε ότι η όμορφη γυναίκα που κοιτούσε ήταν κόρη του και μαγεμένος από την ομορφιά όρμησε θέλοντας να την κάνει δική του

Εκείνη τρόμαξε πολύ, ήρθε η τρέλα να κατοικήσει στο μυαλό της και μέσα στην απελπισία της φώναξε με μια ανάσα
«Βούλα και Βουλολίμνα! Κι εγώ στοιχειό στη λίμνα!»
Η γη βούλιαξε, νερά χίμηξαν από τα Λευκά Όρη που στέκονται φρουρός πάνω ψηλά και κάπως έτσι έγινε η νοτιότερη λίμνη της Ευρώπης.

Λένε πως κάπου κάπου η όμορφη ξανθιά βγαίνει στην επιφάνεια, κάθεται σ ένα βράχο και χτενίζει τα μαλλιά της όπως τότε που σταμάτησε ο χρόνος
Ακριβώς στη μέση της λίμνης της που όσοι την γνωρίζουν παίρνουν όρκο πως δεν έχει πυθμένα
Είναι σίγουροι πως είναι άπατη σαν την ψυχή του ανθρώπου

λίμνη Κουρνά, Κρήτη

αγωγιάτης

νόμιζες είσαι μόνος, εσύ και ο Θεός
πως αν φωνάξεις θα σ ακούσει το δάσος μόνο

σχεδόν ξεχνάς πως έφτασες ως εδώ
ποιος χάραξε το μονοπάτι που το λες δικό σου

πιστοί βοηθοί του βουνού, ακούραστοι υπηρέτες
γενναίοι, πεισματάρηδες, δυνατοί όσο κανείς
εκεί που σταματά ο χρόνος και που μπορείς να πεις πως όλα είναι όπως παλιά

η λίμνη

θα σε βάλω εδώ ψηλά, είπε ο Θεός στην πιο όμορφη λίμνη Του
να παγώνεις, να λιώνεις, να αλλάζεις κάθε λίγο, να έλκεις σα μαγνήτης

χαμένη στο πουθενά να σε λατρέψει η πλάση
να τυφλώνεις από φως
να καις φωτιά, να καίγεσαι