φοβάσαι λίγο?

το σταχτί βουνό έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί
δύσκολα να φανταστεί κανείς από ψηλά ότι υπάρχει τόση ζωή μέσα του
πλησιάζοντας ακουγόταν ο ήχος του νερού και σα να μαλάκωνε η σκληρότητα του τόπου

ένα αυθάδικο, ατρόμητο ποτάμι το έσκιζε στη μέση σχηματίζοντας μικρές λιμνούλες εδώ κι εκεί
Eίχε δέσει ένα λευκό μαντήλι στο κεφάλι του και ένα γκρίζο φτερό ήταν στερεωμένο στο πίσω μέρος
Εδώ δίπλα στο ποτάμι μπορείς να πεις ότι θέλεις.. είπε
το ποτάμι παίρνει τα λόγια σου και τα πάει..
τίποτα δε μένει..

φοβάσαι λίγο? ρώτησε και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά ψαχούλεψε στα τυφλά
έβγαλε το γκρίζο φτερό που ήταν χωμένο στο μαντήλι του και μου το έδωσε
Είναι γερακιού, είπε
το βρήκα έξω από τη σπηλιά.. να πάρτο.. είναι σπάνιο..

Το πήρα χωρίς να πω ευχαριστώ.. πνίγηκε σε κείνο τον κόμπο στο λαιμό μου
Έκρυψα το γκρίζο φτερό μαζί με τις διάφανες πέτρες μου και τα κράτησα όλα σαν το πιο πολύτιμο που έχω

χωμένη στο πουθενά του κόσμου
μέσα στο σταχτί βουνό που ήταν έτοιμο να διαλυθεί
δίπλα σε ένα μοναχικό ποτάμι
ο πιο τρομακτικός άνθρωπος που ξέρω μου έκανε δώρο την εμπιστοσύνη
αυτήν ένιωσα και την έβαλα μαζί με το γκρίζο φτερό, παρέα με τις λαμπερές πέτρες μου κρατώντας τα όλα σαν το πιο πολύτιμο που έχω

Σάος

αυτό το βουνό κλέβει το βλέμμα όπου κι αν σταθείς
είναι παντού και είναι αλλιώς όποτε κι αν το κοιτάξεις.. σα να είναι άλλο
στέκεται πάνω σου και λέει.. έλα από δω..

γίγαντας που μοιάζει αγαθός, φιλικός κάπου και άγριος, σκυθρωπός, απλησίαστος κάπου αλλού
νομίζεις αλλάζει διάθεση όταν παίζει ο ήλιος με τα σύννεφα
πράσινος, σκιερός, φιλόξενος
γκρίζος, τραχύς, τρομακτικός ταυτόχρονα

καμιά φορά μοιάζει γέρος.. σαν έτοιμος να σπάσει, να διαλυθεί
είναι όμως παντοδύναμος, γεμάτος ζωή από πλάσματα μοναδικά στο κόσμο

πλημμυρισμένος αρώματα από φυτά σπάνια, πολύτιμα
τα σωθικά του είναι γεμάτα πετράδια διάφανα που λάμπουν στον ήλιο.. μερικά έχουν φαντάσματα μέσα τους που ζωντανεύουν τη νύχτα

νερό πηγάζει από τα σπλάχνα του, το σχίζει, το διαπερνά, το ποτίζει, το θρέφει
σχηματίζει δρόμους υδάτινους, ποτάμια που εξαφανίζονται ή ξεχυλίζουν μανιασμένα

πέφτει από ψηλά με δύναμη και θόρυβο απόκοσμο
γλύφει τα βράχια, τα τρώει λίγο λίγο αχόρταγα

λένε το νησί ήταν άσυλο πραγματικό για όσους ήθελαν να αποφύγουν τους εχθρούς τους..
οι Κάβειροι αναλάβαιναν την κάθαρση.. ό,τι κι αν είχαν κάνει, όποια αμαρτία κι αν κουβαλούσαν..

λένε το βουνό είναι μαγικό και τα μυστικά του είναι κρυμένα βαθιά πίσω από τον αυστηρό νόμο της Σιωπής που επέβαλαν οι Μεγάλοι Θεοί

φύλακες

δέντρα φύλακες κρυμένου ανεκτίμητου θησαυρού

σαλεμένοι, θεόρατοι γίγαντες
γέρικοι, σοφοί, επιβλητικοί άρχοντες

παρακολουθούν κάθε κίνηση σηκώνοντας το φρύδι
μουρμουρίζουν λόγια το να στ άλλο και μετά στο πιο πέρα και το μυστικό κάνει κύκλους γύρω σου..

ουρλιάζουν, τραγουδούν δεήσεις σε άγνωστους θεούς
γίνονται φωλιές, καταφύγια κυνηγημένων μαγισσών

μάχες αόρατων δυνάμεων
μοιάζουν βασανισμένα, πονεμένα, πολύ δυνατά
σα να πάλευαν με το νερό, τον αέρα, τους δαίμονες που κοιμούνται τη μέρα

παράξενα σχήματα, περιέργα σχέδια άγρια καμωμένα
σκαρφαλώνουν, μπλέκονται, ενώνονται αιώνια

πόλεμος ειρήνης στο φονιά

ήλιε μου

έτσι φανερώνεται ο χρόνος
τον μετράω με τη θάλασσα μαζί

χρωματιστός ουρανός, νερό, γη, πλάσματα
με ένα κουρασμένο χαμόγελό σου

σιωπή η θάλασσα όταν την αγγίζεις

σιωπή όλα ως να ξανάρθεις

φέγγεις και άφαντος
ξεχασμένα χρώματα αφημένα πίσω
υποσχέσεις μωβ
όμορφα όνειρα

μπλε σπηλιές

τεράστια κομμάτια γης λείπουν
άγαρμπα κομμένα από θεού δύναμη

υπόγειος ποταμός έρχεται με απόκοσμη βοή από τα έγκατα
ο εγκέλαδος προσπαθεί να κινηθεί στο κέντρο της γης που είναι φυλακισμένος και κομματιάζει τους βράχους του τόπου με τρομακτικό θόρυβο

σχηματίζονται σπηλιές, απρόσιτες, απλησίαστες
μακριά από ανθρώπου ανάσες
φανερώνονται και κρύβονται όποτε θέλει η θάλασσα

γίνονται κατοικίες θεών και δαιμόνων
λιάζονται τεμπέλικα αγναντεύοντας τη δύση του ήλιου
κουβεντιάζουν σιγανά λόγια μυστήρια

εκεί που συμφωνεί το πράσινο με το γαλάζιο
το χρυσό του ήλιου με το μαύρο της σκιάς του
ο βράχος με το νερό

ιόνιο

τα μπλε όλου του κόσμου ήρθαν κοντά μου με θόρυβο που σκέπαζε κάθε άλλον
μπήκαν μέσα μου, μπερδεύτηκαν με τις φωνές μου και νίκησαν

μιλούσαν λόγια θυμωμένα και λίγο παραπονεμένα, τόσο λυτρωτικά..
κάθε μπλε έλεγε άλλα
και όταν το μπλε κύμα έφτανε στο τέλος, γινόταν αρχή μουρμουρίζοντας λόγια θάρρους στο επόμενο
κάλεσμα χωρίς τελειωμό

τα μπλε όλου του κόσμου μου έκαναν τη χάρη